Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ... ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ» ΣΤΗ ΦΑΛΚΟΝΕΡΑ Η ιστορία ενός ναυαγού! ΔΙΑΒΑΣΤΕ!

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΑΚΗ
 Eίδε δεκάδες ανθρώπους, λίγα μέτρα μακριά απ’ αυτόν, να τους «καταπίνουν» κύματα ύψους δέκα μέτρων και να χάνονται για πάντα. Έμεινε για δεκαέξι ώρες μέσα στο νερό, άλλοτε βρίζοντας και καταριώντας την τύχη του και άλλοτε παρακαλώντας τη Mεγαλόχαρη να τον βοηθήσει. Έπαιζε -κυριολεκτικά- γροθιές στη θάλασσα, φωνάζοντας με όση δύναμη του είχε απομείνει ότι δεν πρόκειται να τον πάρει κοντά της. Ήταν 24 ετών, όταν έζησε την πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής του. Eμπειρία που χάραξε την ψυχή του και σηματοδότησε ολόκληρη την ύπαρξή του. Eμπειρία που άφησε βαθιά, ανεξίτηλα σημάδια. Σημάδια που τον έκαναν να δει τη ζωή διαφορετικά και ν’ αναθεωρήσει τα πάντα γύρω από τον θάνατο. Άλλωστε, εκείνη την παγωμένη νύχτα της 7ης προς 8ης Δεκεμβρίου 1966, στο ναυάγιο του πλοίου «Hράκλειον», στην περιοχή της Φαλκονέρας, ο 70χρονος -σήμερα- Δημήτρης (Μίμης) Γεωργακάκης, από τον Πλατανιά Κυδωνίας Χανίων, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο.
 Ήταν μια γνωριμία... ζωής! Oι φίλοι και οι γνωστοί τον αποκαλούν από τότε «Nαυαγό» και σε κάθε ευκαιρία του ζητούν να τους διηγηθεί, ξανά και ξανά, την ιστορία του ναυαγίου, νομίζοντας, αφελώς στην αρχή, κυρίως οι νεότεροι, ότι πρόκειται για παραμύθι. Όταν, όμως, ο «Nαυαγός» αποφασίζει να μιλήσει -και το κάνει σπάνια- τότε καταλαβαίνουν ότι θ’ ακούσουν κάτι συνταρακτικό και τρομακτικά αληθινό. Tο βλέμμα του αλλάζει, η φωνή του γίνεται πιο βαριά και η καρδιά του νιώθεις πως χτυπά πιο δυνατά από ποτέ, ξετυλίγοντας απ’ τα βάθη του μυαλού του το... κουφάρι του ναυαγίου. Aυτή είναι η ιστορία του, όπως εκείνος τη διηγήθηκε πριν από μερικά χρόνια στον γιο του -τον γράφοντα- αγνοώντας ότι το δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι κατέγραφε τα πάντα. H AΦHΓHΣH
 «Eκατοντάδες άνθρωποι χάθηκαν άδικα εκείνη τη μέρα. Πολύ περισσότεροι απ’ όσοι δηλώθηκαν τότες στα επίσημα κιτάπια. Ντα μόνο οι γύφτοι που ήταν στο γκαράζ του πλοίου ξεπερνούσαν τους 150». Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που του ’ρχεται στο μυαλό. «Αλλά», λέει, «καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το καράβι έφευγε στις 8 το βράδυ. Εκείνη τη μέρα με το ίδιο καράβι, το «Ηράκλειον», ημερήσιο δρομολόγιο, πήγα στον Πλατανιά στο σπίτι μου, πλύθηκα, πήρα δυο αλλαξιές εσώρουχα, τότε φορούσαμε τα μακρά σώβρακα, τις φανέλες και πάω πάλι στο λιμάνι. Έξω από το πλοίο ήταν ένας παπάς και του ’λεγε η κόρη του -ήταν δεν ήταν δέκα χρονών- ότι δεν μπαίνει στο καράβι. Με τα πολλά της αμπώχνει ο παπάς ένα παλαμίδι και του λέω εγώ: Γιάντα μωρέ χτυπάς την κοπελιά; Ποιος είσαι συ μωρέ; μου λέει. Ο Ζαχάρης ο Καλαϊτζάκης, ο παλιός λιμενάρχης -δεν ξέρω άνε ζει ακόμη- τον ρώτησε το ίδιο πράμα. Γιατί, του απαντά ο παπάς, δε θέλει να μπει μέσα στο καράβι. Και πού είναι το πρόβλημα; Να το «Φαιστός» είναι απέναντι. Πράγματι, ο παπάς πήρε την κόρη του και πήγε στο άλλο πλοίο, αγνοώντας ότι το κοριτσάκι τού είχε σώσει ουσιαστικά τη ζωή». Τι είχε συμβεί; «Η κοπελιά φοβότανε γιατί το καράβι ήταν ολόμαυρο, μαύρη μπογιά βαμμένο και είχε μόνο μια άσπρη γραμμή.
 Ήταν πραγματικά σαν τάφος». Παίρνει βαθιά ανάσα και συνεχίζει: «Μπαίνω στο καράβι, πάω να κάνω ένα μπάνιο με ζεστό νερό και μετά πάω πάνω με τους άλλους οδηγούς. Τότε ήμασταν αγαπημένοι, κάναμε παρέα. Μου λένε, Δημήτρη, θα φάμε; Θα φάμε ρε κοπέλια, απαντώ εγώ, που ήμουν ο βενιαμίν της παρέας των φορτηγατζήδων. Φάγαμε παϊδάκια, ήπιαμε ρετσίνες, τραγουδούσαμε ριζίτικα. Μια στιγμή ο Μανώλης ο Ανδρεαδάκης -Θεός σγχωρέστον- μου λέει: Πλατανιανέ, θα ’ρθεις να παίξουμε ζάρια; Εγώ στη μια τσέπη είχα δικά μου 15 χιλιάρικα, όταν εκείνη την εποχή παίρναμε 8.500 χιλιάδες μισθό. Μπερδεύτηκα, όμως, και βγάζω από την άλλη τσέπη 35 χιλιάρικα που ήταν για να πληρώσω ένα γραμμάτιο».
 ΤΟ «ΚΟΥΜΑΡΙ» «Οι οδηγοί έπαιζαν ζάρια στο πατάρι που ήταν κάτω από την τουριστική θέση και πάνω από το γκαράζ και από ’κει μπορούσαν να δουν την μπουκαπόρτα του καραβιού. Πάω στο “κουμάρι” και βλέπω ότι άλλοι καθόντουσαν πάνω σε τάκους, άλλοι πάνω σε τενεκέδες με λάδια και άλλοι πάνω σε κλούβες με πορτοκάλια. Λέω, τσούρα μου ένα χιλιάρικο· όχι, μου λένε, θα μπεις όπου σπάσει. Μπαίνω, και όση ώρα κουβεντιάζουμε την ιστορία του ναυαγίου», (όχι πάνω από δέκα λεπτά), «χάνω και τα 35 χιλιάρικα. Φεύγω, πάω να κοιμηθώ και πριν πέσω στο κρεβάτι, παίρνω να διαβάσω ένα “Ρομάντσο” της εποχής, που είχε απ’ όξω τον Ζαχαρία με τη χοντρή. Διαβάζω, διαβάζω, εγέλουνα και μου λέει ένας οδηγός: Έχασες 35 χιλιάρικα και γελάς βρε αναίσθητε; Τι να κάνω μωρέ του λέω; Το πρωί θα πάω με την όπισθεν στη Θεσσαλονίκη. Ξαφνικά πετώ το “Ρομάντσο” και γαέρνω με τα 15 χιλιάρικα τα δικά μου. Λέω όπου σπάσει, καθίζω κατά τύχη στον ίδιο τάκο και τους παίρνω 95 χιλιάρικα». Αυτή η κίνηση -δηλαδή το ότι ξαναγύρισε να παίξει ζάρια- του έσωσε τη ζωή, γιατί, όπως από τότε λέει, «όσοι κοιμόντουσαν πνίγηκαν. «Ξέρεις», ρωτά, «τι είναι να κοιμάσαι και ξαφνικά να ξυπνήσεις και το σώμα σου να είναι οριζόντιο στο ταβάνι της καμπίνας, ενώ τελειώνει τ’ οξυγόνο; Λες, σκότωσέ με να τελειώνουμε. Θυμάμαι ότι οι αστυνομικοί ήταν αλυσοδεμένοι με τους κρατούμενους, όμως, δεν έλυσαν ούτε έναν, γιατί δεν πίστευαν ότι θα βουλιάξει το καράβι. Όσοι γλιτώσαμε ήταν γιατί το μυαλό μας δούλεψε».
 «ΑΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΚΙ ΑΠΑΝΩ ΤΟΥ» Κάνει παύση για αρκετά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γυαλίζουν λες και ζει πάλι την ίδια σκηνή. «Την ώρα που βάνω τα λεφτά μέσα σ’ ένα πορτοφόλι, ανοίγει η μία μπουκαπόρτα». Δεν άνοιξε όμως κανονικά», λέει, «αλλά έφυγε ολόκληρη κάτω στη θάλασσα. Με το που ανοίγει η πόρτα, φεύγουν στη θάλασσα όλοι οι γύφτοι (πάνω από 150) που ήταν στο γκαράζ κι εμείς απού μπορεί κι απάνω του. Εκεί που παίζαμε τα ζάρια ήταν μια σκάλα κάθετη με έξι - επτά σκαλοπάτια. Την ανεβαίνω και βρίσκομαι στην τουριστική θέση. Πιάνομαι από κάπου και θωρώ -όπως ο πεινασμένος κοιτά ένα πιάτο φαΐ- ότι υπήρχαν δυο κολόνες μέχρι την αριστερή πόρτα απ’ όπου θα μπορούσα να ’βγαινα όξω. Φτάνω τη μια κολόνα, μετά μ’ ένα σάλτο γαντζώνομαι στην άλλη και πολεμώ να φτάσω την πόρτα. Όμως, η πόρτα δεν είχε κανονικό χερούλι, παρά είχε από μέσα ένα στρογγυλό σίδερο, οξυγονοκολλημένο. Βάζω την κεφαλή μου, τα πόδια μου, τα χέρια μου, τα σκώτια μου, ούλα μου και έσπρωχνα την πόρτα. Ανοίγει η πόρτα και την ώρα που πάω να βγω, μου πιάνει το χέρι και μου το μαγκώνει. Πιέζω και βγάζω το χέρι μου. Το καράβι κυκλικά είχε κάτι καγκελάκια...».
 ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΖΩΗΣ Σταματά και του ξεφεύγει ένας βαθύς αναστεναγμός... Η χροιά της φωνής του αλλάζει. Ζει ολοκληρωτικά εκείνες τις στιγμές. Παίρνει ανάσα και συνεχίζει. «Λέω, Γεωργακάκη ο Θεός να σου συγχωρέσει. Και βγάνω την πλάτη μου προς τον γιαλό, πιάνω το πάνω καγκελάκι και τα πόδια μου ακουμπούν στο κάτω καγκελάκι. Κάνω ένα, δύο, τρία και βουτώ στη θάλασσα. Την ώρα λοιπόν, που εγώ βρέθηκα πενήντα μέτρα μακριά, ακούγονταν εκρήξεις από το καράβι, ενώ άστραφτε ο ουρανός. Με προλαβαίνουν της σβίγας τα ρεύματα στα πόδια, ήμουν, όμως, τυχερός γιατί έκανα μια βουτιά και γλίτωσα. Χαμός. Άκουγα φωνές, βοήθεια μάνα μου πνίγομαι, έβλεπα ανθρώπους να χάνονται στα κύματα. Κολυμπώ, κολυμπώ, ξεφεύγω από τ’ απόνερα κι εκεί που κολυμπούσα, μετά από δυο ώρες ανταμώνουμε και ήμαστε τρεις. Μετά πέντε. Ποιος είσαι εσύ; Ο Δεληγιάννης, ο Μανοσουδάκης από την Αργυρούπολη, ο Κουριδάκης από τις Βουκολιές, ένα κοπέλι από τον Γαλατά, ένα άλλο από τα Σφακιά. Έχουμε μείνει επτά άτομα. Οι περισσότεροι πνίγηκαν, άλλους τους πήραν τα κύματα. Συνεχίζω να κολυμπώ μόνος μου, πια, αφού τα κύματα με παρασέρνουν και αρχίζει να ξημερώνει. Νιώθω στην πλάτη μου ένα βάρος και λέω, Παναγιά μου σκυλόψαρο, θα με φάει. Όμως ήταν άνθρωπος πεθαμένος. Τροζάθηκα και παθαίνω κράμπα στην αριστερή μου γάμπα. Συνεχίζω να κολυμπώ, άκουγα από πάνω μου αεροπλάνα, αλλά δεν μ’ έβλεπαν, αφού ήμουν κατάμαυρος από τις πίσσες. Βασιλεύει ο ήλιος, εγώ μέσα στο νερό τόσες ώρες δε νιώθω σχεδόν καθόλου τα δεξιά μου άκρα και ξάφνου «ακούω» στην πλάτη μου ένα βάρος και γαέρνω και θωρώ, όσο μπορούσα να δω, ένα βαρέλι λάδι. Πιάνω το βαρέλι και αυτό με βοήθησε, αφού τα κύματα χτυπούσαν πάνω του. Μια δόση ακούω ένα δυνατό θόρυβο. Ηταν ένα φινλανδικό γκαζάδικο, το οποίο περνούσε 35 χιλιόμετρα μακριά από το σημείο που βούλιαξε το «Ηράκλειον». Με μάζεψαν στις 5.40 το απόγευμα και κατά τύχη ένας από τους ναυτικούς ήταν Έλληνας. Με ρώτησε πώς λέγομαι και εγώ, στη ζάλη μου απάνω, του είπα Μίμης Γεωργιδάκης».
 Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ Ο «Ναυαγός» μεταφέρθηκε στο Τζάνειο Νοσοκομείο στον Πειραιά. Τι είχε γίνει, όμως, στο πατρικό του σπίτι στον Πλατανιά; «Τότε», θυμάται ο ίδιος, «ήμασταν οι μόνοι στον Πλατανιά που είχαμε τηλέφωνο και ράδιο, μάρκας «Telefunken». Η μάνα μου -όπως μου είπαν μετά- έβαλε τυχαία εκείνο το πρωί το ράδιο και μόλις άκουσε ότι το «Ηράκλειον» βούλιαξε, έκανε τάμα στον Άι Δημήτρη να με σώσει. Ο πατέρας μου, όμως, ήταν σίγουρος, μόλις το ’μαθε στο καφενείο, ότι εγώ είχα σωθεί. Πήγε, μάλιστα, κατευθείαν στο ναυτικό γραφείο και ρώτησε τον πράκτορα ποιοι είναι οι διασωθέντες. Μόλις άκουσε το όνομα Μίμης Γεωργιδάκης, κατάλαβε ότι είχα σωθεί». Σαράντα έξι χρόνια μετά, αν τον ρωτήσεις γιατί σώθηκε, θα σου απαντήσει μονομιάς: «Γιατί έπαιζα ζάρια». Ούτε γιατί η μάνα του τον έταξε στον Άγιο Δημήτριο, ούτε γιατί δούλεψε το μυαλό του ή γιατί ήταν τυχερός, ούτε γιατί ήταν δεινός κολυμβητής, αφού κάθε καλοκαίρι κολυμπούσε από την παραλία του Πλατανιά μέχρι το νησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Σαράντα έξι χρόνια μετά, τα σημάδια στα χέρια του, στο μυαλό του και κυρίως στην ψυχή του εξακολουθούν να παραμένουν στη θέση τους, θυμίζοντας στον ίδιο ότι κάποτε «κουτούλησε» με τον θάνατο και με το πείσμα του κατάφερε τελικά να του γυρίσει την πλάτη. Και, αύριο τα ξημερώματα, κάποια στιγμή, θα περάσει -όπως κάθε χρόνο- από το μνημείο του ναυαγίου στο παλιό λιμάνι των Χανίων για να αποτίσει -μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας- τον δικό του φόρο τιμής στους αδικοχαμένους γνωστούς και άγνωστους εκείνης της τραγικής ιστορίας...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου