Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

ΑΠΟΨΕΙΣ...& ΘΕΣΕΙΣ...Αερικο μου...με την ΜΙΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ.....

Ναι μαμά…. Εγώ είμαι… Το μωρό που δεν ήθελες να γεννήσεις και μου το’λεγες συχνά όταν θύμωνες. Τον αγαπούσες τον μπαμπά;» ρωτούσα όσο μεγάλωνα. Ναι, μου απαντούσες και με αγριοκοίταζες. Κι άντε να τολμήσω να σε ρωτήσω!! Αφού τον αγαπούσες, κι είμαι παιδί σας, εμένα γιατί δεν μ’αγαπάς; Το ψιθύριζα μόνη μου, αλλά δεν το άκουγες. Αργότερα κατάλαβα το γιατι..κι ήταν η στιγμή που σε κατάλαβα… Μαμα, Εγώ είμαι….
 Το κοριτσάκι που έντυνες σαν κούκλα, με ρούχα που δεν μ’άφηναν να κινηθώ ελεύθερα. Θυμάμαι τους τεράστιους φιόγγους που μου’βαζες στα μαλλιά και πονούσα. Τους έβγαζα παίζοντας κι εσύ με μάλλωνες! Πώς έγινες έτσι; μου έλεγες, Τι θα πει ο κόσμος; Μια ζωή σε θυμάμαι να μου το λες αυτό για τον κόσμο. Μεγαλώνοντας ήθελες να είμαι ένα ήσυχο, καλόβολο κι ευγενικό πλάσμα, χωρίς να λέω τη γνώμη μου, να μην αντιμιλώ και-αυτό δικό μου τωρινό συμπέρασμα- να μη μάθω να μ’αγαπώ. Μια ατσαλάκωτη κούκλα ήθελες, με ροζ φορεματάκια, λουστρίνια στα πόδια, κι αυτά ροζ… Κι ύστερα, στην εφηβεία μου, αναρωτιόσουν γιατί έγινα τόσο αντιδραστική. Μου αγόραζες ρούχα που έσκιζα και γύριζα με την αγαπημένη μου τζιν φούστα. Απολάμβανα τον θυμό στα μάτια σου και τους κεραυνούς που σκάγανε γύρω μου κάθε φορά που καταλάβαινες πως όσο ξύλο κι αν έτρωγα, δεν έστρωνα.
Τριγύριζα μ’αγόρια και ακόμα θυμάμαι τα σημάδια πάνω μου από τη σκούπα, κάθε φορά που γύριζα σπίτι και κάποιος είχε προλάβει να σου πει πού με είχε δει! ΄Ηταν η στιγμή που το πήρα απόφαση να φύγω. Όσο πιο μακριά γινόταν, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Κι εκεί βρέθηκε δίπλα μου ένα άλλο άτομο, περιθωριακό όπως λέγανε πίσω από την πλάτη του. Μη φανταστείς πως δεν το ήξερε, πως δεν τον πονούσε. Εσύ πίστευες πως αλήτευα, κι εγώ σ’άφηνα να το πιστεύεις. Μα ήμουν κρυμμένη σπίτι του. Στο καταφύγιό μου. Μάθαινα τη ζωή πριν ζήσω…. Για να καταφέρω κάποια μέρα να ζήσω. Ούτε στιγμή δεν μ’άγγιξε ερωτικά, ούτε στιγμή μ’έκανε να νιώσω άσχημα. Κι ας ήταν ο…. ανώμαλος, το μαύρο πρόβατο της λουστραρισμένης, ψεύτικης κοινωνίας της μικρής και μικρόμυαλης επαρχιακής μας πόλης. Καταλάβαινα πως ήταν διαφορετικός, τον ένιωθα σαν τον πατέρα που είχα χάσει….
 Μια μέρα θυμάμαι, εκεί γύρω στα δεκαοκτώ μου, με θράσος τον ρώτησα Καλά, εσύ δεν θες να κάνεις οικογένεια; Ούτε μια φορά σε είδα με γυναίκα. Τελικά, τι εισαι; Μου γελασε τρυφερα.. Είπα μόνο ένα «οκ» και από τότε, χωρίς να το καταλάβω καλά καλά, άρχισα ν’αλλάζω τρόπο σκέψης. Άρχισα ν’αμφισβητώ όλα εκείνα που άκουγα, τις βλακείες που σαν ταφόπλακες προσπαθούσαν να καλύψουν κάθε τι διαφορετικό. Γνώρισα τον έρωτα. Στο πρόσωπο κάποιου που εσύ δεν ήθελες. Ξέρω… Δεν ήταν της τάξης μας….. Τι θα πει ο κόσμος…. Τότε άρχισα δειλά δειλά να σου αντιμιλώ.. Είχε έρθει η στιγμή που περίμενα.. Έφυγα και δεν ξαναγύρισα.. Θυμάμαι το γράμμα σου.. Θα γινόμουν μια…. Ντρεπόσουν να πεις «πουτάνα» ή μάλλον να το ξεστομίσεις…. Χρόνια μετά ξαναβρεθήκαμε. Το αίμα νερό δεν γίνεται λένε…. Δυο ξένες, μα τώρα ήμουν κυρία για τον κόσμο. Είχα παντρευτεί….. Αχ βρε μαμά….
 Κυρία δεν είναι η παντρεμένη…. Άστο, δεν είναι της στιγμής…. Γκρίνια για τις δουλειές στο σπίτι….. Ναι….θυμάμαι…. Θα με φάνε τα σκουλίκια…. Μόνο τις βόλτες και τις αγκαλιές σκεφτόμουν….. Μετά…. «Κάνε παιδί και θα καταλάβεις….» Κι έκανα παιδί…. Και κατάλαβα…. Πως παρ’όλο που το σπίτι μου δεν ήταν συνέχεια στην τρίχα, παντού τριγύριζαν παιχνίδια, παραμύθια και χρωματιστά κραγιόνια, είχα ένα πλάσμα δίπλα μου που το γέμιζα αγκαλιές και μου’δινε πίσω όλα τα δώρα του κόσμου…. Το χαμόγελό του, μικρές αγκαλίτσες και σαλιωμένα, γλυκά φιλιά. Μαζί του λερώθηκα όσο δεν είχα λερωθεί σαν παιδί. Κυλιόμασταν στα χώματα, συναγωνιζόμασταν ποιος θα γυρίσει σπίτι πιο βρώμικος, γεμίζαμε το μπάνιο σαπουνάδες κάθε βράδυ, κι ούτε μια φορά θυμάμαι να φορέσαμε ρούχα ανάλογα του…. τι θα πει ο κόσμος. Μεγάλωσε και αλήθεια σου λέω, τα μόνα σκουλήκια που θυμάμαι, είναι εκείνα που κουβαλούσαμε σπίτι από τις έρευνές μας για θησαυρό στα χώματα τριγύρω! Με ρώτησες γιατί χώρισα…. Τότε δεν ήθελα να σου πω όλη την αλήθεια…. Τώρα όμως….
Χώρισα γιατί με πόνεσε…. Κι όπως κάθε φορά που πονούσα, έφευγα. Ίσως το μόνο σημείο που οριακά έχουμε ένα κοινό είναι αυτό. Δεν θέλω να ξέρει κανένας πότε πονάω. Κρύβομαι…. Αυτό το είχε καταλάβει μονάχα ο….δεύτερος πατέρας μου και με αποκαλούσε «μοναχικό κορίτσι». Όπως αποδείχθηκε τελικά έγινα ένα μοναχικό αγρίμι. Τότε ήταν που άρχισα πάλι να τριγυρίζω με άντρες. Τους αγαπούσα και τους αγαπώ. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί αναζητούσα τόσο έντονα την ανδρική συντροφιά. Την αγκαλιά έψαχνα….
Αυτή που στερήθηκα…..από σένα…. Κι ας….κι ας ήξερα πως τις πιο πολλές φορές ήταν το τίμημα που έπαιρνα για τις….εκσπερματώσεις τους! Όχι!! Δεν λέω πως κάποιες φορές δεν το απολάμβανα κι εγώ. Θα ήταν ψέμμα. Αλλά τις περισσότερες φορές ήταν αυτή η πουτάνα η αγκαλιά που μ’έσπρωχνε στο κρεβάτι. Μέχρι που άρχισα να μ’αγαπώ…. Σιγά σιγά…. Κι έγινα πιο….εκλεκτική. Γνώρισα κι όμορφες αγκαλιές, αλλά εκείνη που πραγματικά χρειαζόμουν….. Λένε πως οι άνθρωποι, όσο μεγαλώνουν, εκμηδενίζεται η ηλικιακή τους διαφορά. Σου κάνω λοιπόν μια πρόταση… Θες να γίνω η μαμά σου; Να σου μάθω να φτιάχνεις πύργους στη λάσπη; Να σ’αφήνω να λερώνεσαι όσο θες, να μη σε μαλλώνω όταν κάνεις ζημιές και να φοράς ότι θες; Κι αργότερα να μάθουμε μαζί πως το «τι θα πει ο κόσμος» είναι η μεγαλύτερη παγίδα; Να σε μάθω να βρίζεις όταν θυμώνεις, να ζητάς όταν θες κάτι και ν’αντιμιλάς σε όποιον τολμήσει να σε θίξει; Δεν ξέρω πόσα θα προλάβουμε να κάνουμε μαζί.
 Μα εκείνο που θα’θελα είναι να γευτούμε μια αγκαλιά. Εκείνη που στερήσαμε η μια στην άλλη. Όσο για τα σκουλήκια…. Μεταξύ μας….. Και τις δυο μας θα μας φάνε κάποια στιγμή. Αλλά πίστεψέ με, τότε δε θα μας νοιάζει πια. Άλλωστε για να ζήσουν θα το κάνουν. Όσο προλαβαίνουμε λοιπόν… Θες να μάθουμε ν’αγαπάμε η μια την άλλη και ν’αγκαλιαστούμε, έστω για μια φορά; Κι ένα τελευταίο…. Ούτε μια φορά πληρώθηκα γι’αγκαλιά που έδωσα. Μα πλήρωσα για να την έχω. Το ακριβότερο τίμημα….. Μοναξιά…. Απίστευτη μοναξιά…. Αν είχα πληρωθεί, μέχρι τώρα θα…. Θα μπορούσα να είμαι…. Μια ευτυχισμένη πόρνη. Κατερινα taksidaki

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου