Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΛΛΑΔΑ. Ποιοι Έλληνες δολοφόνοι των ’90s ζουν ανάμεσά μας!...

Ποιοι Έλληνες δολοφόνοι των ’90s ζουν ανάμεσά μαςΠοιοι δολοφόνοι από την Ελλάδα της δεκαετίας του 90 ζουν ανάμεσα μας και κυκλοφορούν πλέον ελεύθεροι μετά τα αποτρόπαια εγκλήματα τους;
 Ο Δημητροκάλης από την εγκληματική ομάδα των Σατανιστών της Παλλήνης κυκλοφορεί πλέον ελεύθερος, αλλά δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος.
 «Γιατί; Αποφυλακίστηκε;», αναρωτήθηκε με τρεμάμενη φωνή ο Τάκης Λιάγκος στο άκουσμα της είδησης για την αποφυλάκιση του Μάνου Δημητροκάλη. Ο αδελφός της Γαρυφαλλιάς Γιούργα, της γυναίκας που δολοφονήθηκε από τους «σατανιστές της Παλλήνης», δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο ένας εκ των δολοφόνων της αδελφής του κυκλοφορεί ελεύθερος. «Δεν έχω να πω τίποτα. Να πάτε στον υπουργό Δικαιοσύνης να σας μιλήσει», είπε φανερά οργισμένος στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής. H αποφυλάκιση του Δημητροκάλη, αλλά και η αίτηση αποφυλάκισης του «εγκεφάλου» της τριάδας των σατανιστών, Ασημάκη Κατσούλα, ξυπνούν μνήμες από τη δεκαετία του 1990, μιας εποχής γεμάτης από ιστορίες που το αιματηρό τέλος τους γράφτηκε με πηχυαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
 Την ώρα που και ο 42χρονος δολοφόνος από την Ελλάδα και «σατανιστής» δηλώνει έτοιμος να ενταχθεί στην κοινωνία, επιχειρούμε μια αναδρομή στις σημαντικότερες «ιστορίες τρόμου» της δεκαετίας του 1990, διαπιστώνοντας ότι οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές ζουν πλέον ελεύθεροι ανάμεσά μας. Ήταν Αύγουστος του 1992, όταν οι παιδικοί φίλοι Ασημάκης Κατσούλας και Μάνος Δημητροκάλης, 21 και 19 ετών αντίστοιχα, οι οποίοι κάνουν τελετές μαύρης μαγείας στην Παλλήνη, οδηγούν τη 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου στο Κορωπί. Τη γδύνουν, τη χτυπούν με ένα ξύλο στο κεφάλι, τη στραγγαλίζουν και στη συνέχεια καίνε το πτώμα της με βενζίνη. Την πρώτη «θυσία» ακολούθησε μια δεύτερη, οκτώ μήνες αργότερα, όταν δολοφονούν τη Γαρυφαλλιά Γιούργα. Στις 28 Δεκεμβρίου 1993 αποκαλύφθηκε μία από τις πιο φρικιαστικές εγκληματικές υποθέσεις στα αστυνομικά χρονικά.
Η αστυνομία συνέλαβε και τη 18χρονη φίλη του Κατσούλα, Δήμητρα Μαργέτη, την ώρα που τα δελτία ειδήσεων έδιναν οδηγίες προς τους γονείς για το πώς να καταλάβουν εάν τα παιδιά τους έχουν παρασυρθεί στα «δίχτυα του Εωσφόρου». Ο Κατσούλας, το αγόρι με το βαθύ βλέμμα, φρόντιζε να απασχολεί τις Αρχές ακόμη και από το κελί του στη φυλακή, καθώς έστελνε επιστολές σε ανυποψίαστες κοπέλες από την Παλλήνη. Ο 21χρονος τότε νεαρός, ο οποίος διέδιδε στο καφέ της γειτονιάς του ότι μπορεί να βγάλει «αλάτι από τα χέρια» και κατάφερνε να γυρίζει τις κόρες των ματιών του, σήμερα βρίσκεται στις αγροτικές φυλακές Αγιάς Χανίων, ζητώντας να αποφυλακιστεί. Κατά την παραμονή του στις φυλακές Κορυδαλλού, ο Δημητροκάλης «κρατούσε» το λογιστήριο, χαρακτηρίστηκε χαμηλών τόνων παιδί και εδώ και περίπου είκοσι μέρες απολαμβάνει την ελευθερία του. Το 2001 αποφυλακίστηκε η Μαργέτη, το εντυπωσιακά όμορφο κορίτσι του Κατσούλα. Τα πρώτα χρόνια είχε χαρακτηριστεί ως «το μαγκάκι της φυλακής», ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια με συγκρατούμενές της. «Μόλις αποφυλακίστηκε είχε κλειστεί στον εαυτό της και καθόταν με τις ώρες στο μπαλκόνι του πατρικού της σπιτιού διαβάζοντας βιβλία», αναφέρουν στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής παλιοί γείτονές της. Σήμερα, η μια από τους Έλληνες δολοφόνους και μέλος των σατανιστών της Παλλήνης είναι μητέρα δύο παιδιών, μένει στην ίδια περιοχή, τα μαλλιά της είναι πιο ξανθά και πιο μακριά και δεν θυμίζει σε τίποτα τη 18χρονη έφηβη που συμμετείχε στο δικαστικό θρίλερ των ’90s. Κανείς δεν έχει επισκεφτεί τον Θεόφιλο Σεχίδη από το 1996 που βρίσκεται στη φυλακή. Ποιος να τον επισκεφτεί, όμως
; Δεν έμεινε κανείς, αφού τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς αποκαλύφθηκε η μαζική δολοφονία της οικογένειάς του στη Θάσο. Ο πατέρας, η μητέρα, η αδελφή, η γιαγιά και ο θείος του 24χρονου τότε τριτοετή φοιτητή στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Κομοτηνής ήταν τα θύματα της «γενοκτονίας». Η κοινή γνώμη «πάγωσε» όταν ο Σεχίδης, ψυχρός και αμετανόητος, περίγραφε κυνικά το πώς εξολόθρευσε την οικογένειά του. Μετά την ομαδική δολοφονία , τεμάχισε με σιδεροπρίονο τα πτώματα, τοποθέτησε τα τεμαχισμένα μέλη σε σακούλες και τα μετέφερε με το αυτοκίνητό του σε σκουπιδότοπο της Καβάλας, όπου τα ξεφορτώθηκε. Στα 43 χρόνια του πια και ενώ είναι ένας από τους Έλληνες δολοφόνους που απασχόλησαν κατά πολύ την κοινή γνώμη, τώρα κρατείται στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, έγινε στίχος σε τραγούδι των Terror X Crew («κουβαλάω πιο πολλή τρέλα κι από τον Σεχίδη»),
 ενώ είχε κινήσει διαδικασίες προκειμένου να κληρονομήσει τους συγγενείς που είχε δολοφονήσει. Οικογένειά του ήταν! Ανθρωποκτονία από πρόθεση ή αυτοκτονία μέσω τρίτου; Μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση στα ελληνικά και διεθνή εγκληματολογικά χρονικά ήταν αυτή του Ματθαίου Μονσελά. Στις 11 Ιανουαρίου 1994 ο Μονσελάς δολοφόνησε με τρεις σφαίρες τη 40χρονη οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά στην περιοχή της Βραυρώνας, στο Μαρκόπουλο Αττικής, έπειτα από παράκληση της ίδιας, επειδή δεν μπορούσε να διαχειριστεί την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12,5 ετών και την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1999 αποφυλακίστηκε. Προσπάθησε να εργαστεί, αλλά το ποινικό μητρώο του δεν του επέτρεπε να στεριώσει σε κάποια δουλειά, ενώ το τροχόσπιτο όπου έμενε «έγινε στάχτη από χρυσαυγίτες», όπως λέει ο ίδιος. Από το 2011 ο εν λόγω δολοφόνος από την Ελλάδα ζει στις σπηλιές στο λόφο του Φιλοπάππου. Πυκνή βλάστηση, λιγοστά έπιπλα και πολλά σκυλιά είναι η παρέα του όλα αυτά τα χρόνια. «Είναι εξαιρετικός άνθρωπος. Πράος, γλυκός και φιλόζωος. Βοηθάει και σε κάποιες οργανώσεις», λέει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής η γειτόνισσά του από τη διπλανή… σπηλιά. Την τεμάχιζε επί τρεισήμισι ώρες
. Την έκοψε σε 16 κομμάτια, τα οποία πέταξε σε διάφορους κάδους απορριμμάτων στη γειτονιά του στα Κάτω Πατήσια. Κίνητρό του ήταν η παθολογική ζήλια. Μπορεί να μην ανήκει στη δεκαετία του 1990, όμως η δολοφονία της Ζωής Γαρμανή από τον Παναγιώτη Φραντζή στις 24 Ιουνίου 1987 είναι ένα έγκλημα που χαρακτηρίστηκε από τη φρικαλεότητά του και έμεινε στην ελληνική Ιστορία ως «ειδεχθές». Ο 27χρονος τότε Φραντζής υποστήριξε ότι η σύζυγός του είχε τραυματιστεί έπειτα από έντονο καβγά. Ωστόσο, στην έκθεσή του ο ιατροδικαστής ανέφερε ότι η κοπέλα έφερε ίχνη στραγγαλισμού. Το 1997, ως φοιτητής της ΑΣOΕΕ μπαίνει στο καθεστώς των ειδικών εκπαιδευτικών αδειών και αρχίζει να παρακολουθεί τα μαθήματα του Πανεπιστημίου. Κάνει παρέες και, παρά το βαρύ παρελθόν του, συνάπτει αρκετές ερωτικές σχέσεις. Το 2005 αποφυλακίζεται και πλέον έχει νέα οικογένεια. Διατηρεί ένα μίνι μάρκετ στη γειτονιά του, ενώ ασχολείται και με τη μουσική. Έχει γράψει κυρίως μπαλάντες, τις οποίες την εποχή που βρισκόταν στη φυλακή τις αφιέρωνε στη «Ζωή του». ΔΥΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ στα οποία πρωταγωνίστησαν γυναίκες είχαν προκαλέσει σοκ στην ελληνική κοινή γνώμη τη δεκαετία του 1990. «Αυτός ο νόμος για μένα είναι άδικος. Η Δικαιοσύνη είναι τυφλή. Δεν μπορεί να βγαίνουν οι δολοφόνοι έξω από τις φυλακές. Η ποινή που της έχει επιβληθεί είναι ισόβια και δύο χρόνια», λέει στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ο Υψηλάντης Ελευθεριάδης, αδελφός του αρχιμανδρίτη Ανθιμου και πρώην καταδρομέας του Εθνικού Στρατού. Την Τρίτη 22 Ιουλίου 1997 τα δελτία ειδήσεων έπαιζαν πρώτη είδηση ότι «μια γυναίκα δολοφόνησε αρχιμανδρίτη».
 Ο απαγορευμένος έρωτας της Κάτιας Γιαννακοπούλου για τον ιερωμένο την οδήγησε στα 42 χρόνια της να σκοτώσει τον «επίγειο Θεό» της, όπως τον αποκαλούσε. Το πρωινό της δολοφονίας, η Γιαννακοπούλου, φορώντας ξανθιά περούκα, τον περίμενε επί δύο ώρες έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε στη Νέα Σμύρνη. Εκείνος, βγαίνοντας, της γύρισε την πλάτη κι εκείνη του απάντησε με οκτώ… σφαίρες. Έπειτα από 16 χρόνια, η 58χρονη σήμερα γυναίκα επέστρεψε στο σύζυγο και το παιδί της. «Δεν έχω προσπαθήσει να τη βρω. Δεν θέλω καμία επαφή μαζί της», αναφέρει εξοργισμένος για την προ μηνών αποφυλάκισή της ο αδελφός του αρχιμανδρίτη. Το απόγευμα του Σαββάτου 18 Ιανουαρίου 1992 επτά άτομα μεταφέρονται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση λόγω βαρύτατης τροφικής δηλητηρίασης. Και τα επτά είχαν δοκιμάσει τηγανόψωμα από τη ζύμη την οποία είχε προσφέρει ως «δώρο» στις οικογένειες Μουστοπούλου και Κληματσά η γειτόνισσά τους στο Περιστέρι Μαρία Σαμπανιώτη.
 Μια ζύμη εμποτισμένη με παραθείο, τρεις νεκροί και ένα φονικό φαγοπότι. Η «φαρμακούλα», όπως τη φώναζε το ακροατήριο στη δίκη, ήθελε να εκδικηθεί τις δύο οικογένειες επειδή αρνήθηκαν να παντρέψουν τους γιους τους με τις κόρες της. «Η Μαρία ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι και από την αρχή μου είχε πει πως ήθελε το γιο μου, τον Κώστα, για γαμπρό της. Της είπα ότι ήταν πολύ νωρίς για γάμους», είχε δηλώσει η Ελένη Μουστοπούλου στις 25 Ιανουαρίου 1992 στον Ελεύθερο Τύπο. Η δολοφόνος από την Ελλάδα Σαμπανιώτη καταδικάστηκε σε τρις ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη, χαρακτηρίστηκε από τον εισαγγελέα της δίκης «νέα Φραγκογιαννού», εργάστηκε στο ταπητουργείο της φυλακής κάνοντας 2.500 μεροκάματα και τελικά τον Μάρτιο του 2011 αφέθηκε ελεύθερη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου